Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

του Πλουσίου και του Λαζάρου

Πρωτίστως, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι ο ιερός Ευαγγελιστής δεν ονομάζει την περικοπή αυτή "παραβολή".

Σε άλλες περιπτώσεις γράφει:  "είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην". 
Θυμηθείτε την παραβολή του Σπορέως, την παραβολή της μικράς ζύμης, την παραβολή του κόκου σινάπεως, κοκ
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, χρησιμοποιεί ο Κύριος μια εικόνα της ζωής, η οποία όμως αν κυταχθεί συμβολικά και αλληγορικά, οι διψασμένες ψυχές, που ειλικρινά ποθούν τον εξαγιασμό τους, μπορούν να βγάλουν πολύτιμο κρυμένο μήνυμα..  

Εδώ έχουμε "διήγηση"!.
Ακούμε και όνομα. Ο Λάζαρος. Κάποιοι ερμηνευτές λένε ότι προμήνυε ο Κύριος την περίπτωση του τετραημέρου Λαζάρου, από την ανάσταση του οποίου οι σκληρυμμένοι Φαρισαίοι ουδόλως ωφελήθηκαν, αλλά μάλλον θέλησαν και να ..τον εξοντώσουν!
"ουδέ και αν τις εκ νεκρών αναστή, πεισθήσονται".

Ιδιαίτερα να σημειώσουμε ότι ο φτωχός Λάζαρος δικαιώθηκε και δοξάσθηκε όχι διότι ήταν φτωχός, αλλά διότι ήταν υπομενετικός, άκακος και αγόγγυστος.

Στο κατώφλι του πλουσίου ασφαλώς τον οδήγησαν κάποιοι φιλάνθρωποι, με τη σκέψη ότι έστω κάποια αποφάγια θα βρισκόντουσαν, για να μπορέσει να επιβιώσει ο άνθρωπος.
Αλλά τίποτε, δυστυχώς.

Ούτε τα κόκκαλα από τις μισοφαγωμένες μπριζόλες δεν του πετούσανε. Αυτές προτιμούσαν να τις χαρίσουν στα σκυλιά..
Έξω, εκεί, στο κατώφλι της πόρτας, τινάζανε μόνο τα τραπεζομάντηλα οι υπηρέτες, αφού είχαν φύγει μετά τα μεσάνυχτα οι καλοφαγωμένοι -και προφανώς μεθυσμένοι- πλούσιοι προσκεκλημένοι.
Με εντολή του οικοδεσπότη, βέβαια, ή του οικονόμου του.
"δεν μας περισσεύουν γι αυτόν τον σακάτη. αφ'τον να πεθάνει, να ησυχάσει κι αυτός κι εμείς"..
Ούτε κάποιο ρούχο του πετούσανε, από αυτά των υπηρετών που ήταν για πέταμα.
Ούτε έναν κουβά νερό στα καταπληγωμένα σκέλη του..

Στο μεταξύ, ούτε τον μετακινούσαν παρακάτω, αλλού.
Τους ήταν ολότελα αδιάφορος. Θεληματικά τον αγνοούσαν. Σα να μην υπήρχε. Είτε είναι, είτε δεν είναι, αδιάφορο..

Ο Λάζαρος από την άλλη, δεν μπορούσε να μετακινηθεί. 
Θα έφευγε. Τουλάχιστον να μην ενοχλεί τους ανάλγητους και πωρωμένους γλεντζέδες.. 
Θα έφευγε, για να βρει κάποια πιο ανθρώπινη γωνιά, κάποιο σταυροδρόμι, με σπλαγχνικούς περαστικούς.. Θα υπήρχαν και κει σκυλιά να του γλύφουν τις πληγές, για να μερεύουν τους πόνους, για να απολυμαίνουν το πύον..

Αλλά -είναι χαρακτηριστικό- και δεν μιλούσε. Δε ζητιάνευε. Δεν κλαιγότανε..

Ούτε μεμψιμοιρούσε, ούτε παραπονιόταν, ούτε σχολίαζε την αχαρακτηριστη συμπεριφορά του πλουσίου.
"Απάνθρωπε! Σκληρόκαρδε! Αλαζόνα! Σε μέθυσαν τα πλούτη. Αλλά νομίζεις ότι θα τα έχεις πάντα; Η ζωή ρόδα είναι και γυρίζει. Κι εύχομαι να το βρεις μπροστά σου. Τέτοια κακία, τέτοια πώρωση. Απ' τη μύτη να σου βγούνε τα πλούτη, τα κρασιά σου και τα φαγητά σου. Απ' τους αχαϊρευτους αυτούς φίλους σου να τό βρεις. Να σε χτυπήσει ο Θεός κάτω σα χταπόδι. Να μη βγαίνει η ψυχή σου και να σε τυραννούν οι δαίμονες"..

Τίποτε απ'όλα αυτά δεν ξεστόμισε και δε συλλογίσθηκε ο υπομονετικός φτωχός Λάζαρος. Σαν τον Ιώβ -ίδιος Ιώβ- έλεγε: "είη το Όνομα Κυρίου ευλογημένον". Εκείνος γνωρίζει. Όλα για καλό μας τα επιτρέπει. Κάτι καλό θα μου ανταποδώσει γι'αυτόν τον αγώνα μου. Φτωχό και κουρελιάρη και άρρωστο με έκανε. Ξέρει Εκείνος ότι αντέχω. Ξέρει Εκείνος να μου ανταποδώσει άπειρο έλεος".

Αυτό τον έσωσε, αυτό τον δόξασε..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου