Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιἠματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιἠματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Μεγάλη Πέμπτη - Σταύρωση ..




Ο Νίκος Γκάτσος δεν φημίζεται για «χριστιανός ποιητής».
Ωστόσο, αυτό ειδικά το ποίημά του είναι κορυφαίο σε ..θεολογικό στοχασμό!.
Ορθόδοξο Θεολογικό στοχασμό.
(μολονότι υπάρχουν και άλλα πολλά με εμφανές το χρώμα της Ορθοδόξου Παραδόσεως, όπως και στα κείμενα της άλλης σύγχρονης «κοσμικής» ποιητρίας Λίνας Νικολακοπούλου)
Παρατηρείστε:
«Αυτός, που κρέμασε τον ήλιο στο μεσοδόκι τ’ ουρανού», ο Ποιητής του Σύμπαντος Κόσμου!..
«κρέμεται σήμερα σε ξύλο, Ίλεως Κύριε γενού»!  Ήμαρτον Θεέ μου. Είναι δυνατόν;;  
«Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου μια μάνα [η Παναγία] φώναξε [σπαρακτικά]: 'παιδί μου'!»
Ασπαλάθια: αγριο φυτό με κίτρινα ζηλευτά άνθη, αλλά γεμάτο  μεγάλα αγκάθια-σουβλιά..

Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια, [σύμβολα και προτυπώσεις του αρχαίου Πάσχα-πληγές του Φαραώ, διάβαση Ερυθράς, μάνα εξ ουρανού]

με των δαιμόνων το φιλί, [το δαιμονικό φιλί του Ιούδα]

μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια, μπήκε κοράκι στην αυλή. [Κουκουβάγια: προμήνυμα δράματος-θρήνου. Κοράκι: άγριο μήνυμα θανάτου]

Κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι [οι δαίμονες ντροπιασμένοι] πήραν το δρόμο για τον Άδη. [τον αφανισμό]

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια στην άγρια παγωνιά του νου, [θα ξανα-ζωογονήσει την παγωμένη καρδιά και όλη την ύπαρξη των ανθρώπων]





Αυτός, που κάρφωσε τ’ αστέρια στην άγια σκέπη τ’ ουρανού. [ο Ζωοδότης Εσταυρωμένος Λυτρωτής]

Κι εγώ, κι εσύ, κι εμείς, κι οι άλλοι, θα γεννηθούμε τότε πάλι.. [θα αναγεννηθούμε στην εν Χριστώ ζωή και θα αναστηθούμε στην Βασιλεία Του].

Απίστευτη Θεολογία!..
Δεν υπάρχει! Άφθαστος Ιεροκήρυκας!..   

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Κρυφό Σχολειό



ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Ἀπ᾿ ἔξω μαυροφόρ᾿ ἀπελπισιά,
πικρῆς σκλαβιᾶς χειροπιαστό σκοτάδι.
Καὶ μὲσα στὴ θολόχτιστη ἐκκλησιά,
στήν ἐκκλησιά, ποὺ παίρνει κάθε βράδυ
τὴν ὄψη τοῦ σχολειοῦ,
τὸ φοβισμένο φῶς τοῦ καντηλιοῦ
τρεμάμενο τὰ ὄνειρα τα ἀναδεύει
καὶ γύρω τὰ σκλαβόπουλα μαζεύει.
Ἐκεῖ καταδιωγμένη κατοικεῖ
τοῦ σκλάβου ἡ ἁλυσόδετη πατρίδα·
βραχνὰ ὁ παπᾶς ὁ δάσκαλος ἐκεῖ
θεριεύει τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα
μὲ λόγια μαγικά·
ἐκεῖ ἡ ψυχὴ πικρότερο ἀγροικᾶ
τὸν πόνο τῆς σκλαβιᾶς της, ἐκεῖ βλέπει
τί ἔχασε, τί ἔχει, τί τῆς πρέπει.
Κι᾿ ἀπ᾿ τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ψηλά,
ποὺ ἐβούβανε τὰ στόματα τῶν πλάνων
καὶ ρίχνει καὶ συντρίβει καὶ κυλᾶ
στὴν ἄβυσσο τοὺς θρόνους τῶν τυράννων
κι᾿ ἀπὸ τὴ σιγαλιά,
ποὺ δένει στὸ λαιμὸ πνιγμοῦ θηλειά,
Κι᾿ ἀπ᾿ τῶν προγόνων τ᾿ ἄφθαρτα βιβλία,
ποὺ δείχνουν τὰ πανάρχαια μεγαλεῖα,
ἕνας ψαλμὸς ἀκούγεται βαθὺς
σὲ μελωδίες ἑνὸς κόσμου ἄλλου
κι᾿ ἀνατριχιάζει ἀκούοντας καθεὶς
προφητικὰ τὰ λόγια τοῦ δασκάλου
μὲ μιὰ φωνή βαριά:
«Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη. Ἡ Λευτεριά,
σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι,
τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρη».
Ἰωάννης Πολέμης    «Ἀλάβαστρα»

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Τίμιος Πρόδρομος



Σε τόπο ερημικό
φαγητό
μέλι κι ακρίδες.
Νικάς το θυμικό,
των παθών τον οχετό,
έξω απ’του κόσμου τις παγίδες.

Στον λαό κηρύττεις :
«Μετανοείτε. Ήγγικεν
η βασιλεία των ουρανών».
Ανάγκης της αδήριτης,
κόσμε ανήθικε,
κόσμε των ουτιδανών.

Τον Μεσσία μας βαφτίζεις.
Τ᾿ Άγιο Πνεύμα
αποκαλύπτεται.
Τ᾿ ανήθικο ραπίζεις
το ψέμα.
Η υποκρισία πλήττεται.

Σε περιμένει αποτομή,
αλλά και δόξα θεϊκή.
Η γη και η βροχή της.
Είναι ετούτη η αποστολή
μια άνωθεν επιταγή
ν᾿ αναδειχθείς Προφήτης.

Ελισαίος Καπ.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Εθνομάρτυρες Κύπρου

Το αθάνατο ποίημα του Βασίλη Μιχαηλίδη, που περιγράφει το μαρτύριο του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού.
Απόσπασμα με λόγια του Ιεράρχου, καθώς βαδίζει στο μαρτύριο.
Είναι σε κυπριακή διάλεκτο. Με λίγη προσοχή θα το καταλάβετε πλήρως.



18.  «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη,
κανένας, γιατί σιέπει την που τα 'ψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!
19. Σφάξε μας ούλους τζι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν,
κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξέρε πως ύλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το 'νιν αντάν να τρώ' την γην, τρώει την γην θαρκέται
μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται».
 
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%97_9%CE%B7_%CE%99%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CF%84%CE%BF%CF%85_1821
 

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Μάνα γλυκύτατη



 


Γ.Βερίτη. Μάνα γλυκύτατη.




Θέ μου, να κάμω σε Σένα θερμή προσευχή!
Θέ μου, η αγάπη Σου ας είν’ πιο βαθιά, πιο γλυκιά για τη Μάνα!
Μέσα της κάμε ν’ απλώνεται πάντα η δική Σου γαλήνη,
και στις πληγές της καρδιάς της η χάρη Σου βάλσαμο ας γίνη.
Μάνα γλυκύτατη, Μάνα ουρανόσταλτη, ατίμητη Μάνα!
δε σε θαμπώνουν απάτες εσένα κι’ονείρατα πλάνα.
Πάνω στο χρέος ακοίμητη εσύ, νύχτα-μέρα σκυμμένη,
τ’άπειρο ακούς μέσ’τα χάη μια-μια τις στιγμές να σημαίνη.
Τόσο η ψυχή σου είν’απλή, που μιλά με τ’αμίλητα πλάσματα,
κι ούτε γελιέσαι ποτέ μ’όσα φτιάνει το ψέμα φαντάσματα.
Μάνα, η στοργή σου μεγάλη κι’απέραντη όσο η πλάση!
Ποιός θα μπορέση ως βαθιά την καρδιά σου ποτέ να διαβάση;
Μάνα, η στοργή σου πασίχαρη σαν τις αχτίδες του ήλιου,
μέσ’στη χαρά του χρυσού προσκαλεί μαγικού σου βασίλειου.
Πώς με βελούδινα δάχτυλ’αγγίζεις τους πόνους μας και τους γλυκαίνεις
Μάνα γλυκύτατη, όλα τα βάσανα συ τ’απαλαίνεις!
Πάνω απ’το λίκνο μας σκύβοντας, άγγελε -ώ τη χαρά σου!
τα μεταξένια σου απλώνεις φτερά, τα μεγάλα φτερά σου.
Ώ, το γλυκό, τρυφερό σου, μανούλα, κι’ολόθερμο φίλημα,
στου βρεφικού μας ονείρου τ’αθώο κι’απλό παραμίλημα!
Ώ, πώς πονάς όταν βλέπεις εμάς στο κρεββάτι του πόνου,
και στους δικούς μας κινδύνους, καλή, πόσα φίδια σε ζώνουν!
Πόσες φορές σου τρυπάμε, φτωχή, την καρδιά με μαχαίρι,
και πόσες άλλες σηκώσαμε απάνω σου βέβηλο χέρι!
Πόσες φορές σ’ανεβάσαμε απάνω σε ξύλον οδύνης,
δίχως εσύ και μια λέξη πικρή παραπόνου ν’αφήνης!
Κι’ώ, πόσες άλλες φορές στου φρικτού Γολγοθά μας τα σκότη
μόνη σου κλαις, σ’ένα θρήνο βουβό, τη χαμένη μας νιότη!
Όλα μας τα’μαθες, Μάνα γλυκύτατη, ατίμητη Μάνα,
και με της Πίστης μας τ’άγιο μας έθρεψες κ’άφθαρτο μάννα.
Ένα κομμάτι χτυσάφι μας έκρυψες μέσα βαθιά μας,
να μπουμπουκιάσουν οι ανθοί λαχταράς του καλού στην καρδιά μας.

Μάνα! πού βρήκες την τόση στοργή, την αγάπη την τόση;
Μέσ’στην ψυχή σου απ’το χέρι του Πλάστη μας έχει φυτρώσει!
Μάνα, που πήρες απ’ όλα τα πλάσματ’ ανώτερο θρόνο,
άφθαρτη μένει κι’ ανέγγιχτ’ η δόξα σου μέσα στο χρόνο.
Μεσ’στην αγκάλη σου, ώ θαύμα! κρατάς το Θεό μας, Μητέρα,
κι’ είσαι απ’τη γη κι’απ’τους κόσμους των άστρων, εσύ, Πλατυτέρα!!!

(Άπαντα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις ΔΑΜΑΣΚΟΣ, Αθήναι, 1968)

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Ανατολή





Ροδίζει η ανατολή κι ασπρογαλιάζει,
και φρέσκο, σαν πρωτόπλαστο το ατλάζι
γυαλίζει του πελάου και τ’ ουρανού.
Μια καινή κτίση μόρχεται στο νου,
κι ολόβαθα η ψυχή μου αναγαλλιάζει..
Γ.Βερίτης

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Σταθερή πίστη !



ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ

Αχιλλέας Παράσχος


Χριστέ ! σε τούτα τ' άπιστα, καταραμένα χρόνια,
που δεν πιστεύουν τίποτε, ούτ' αγαπούν κανένα,
που φως μας οδηγεί τυφλό, και μας παγώνουν χιόνια,
εγώ πιστεύω κι' αγαπώ ολόψυχα Εσένα !
Πιστεύω σαν τη μάνα μου, πιστεύω σαν παιδάκι,
Πίνω τ' αθάνατο νερό κι' αφήνω το φαρμάκι.
-----
Δεν είμ' εγώ απ' τους σοφούς, που βλέπουν στα σκοτάδια,
κι' απ' της υγείας βγάζουνε φαρμάκι το χορτάρι,
πώχουν το νου τους έρημο και την καρδιά τους άδεια,
και την ελπίδα σβύνουνε στου τάφου το λιθάρι.
Τη σκοτεινή σοφία τους στον άδη την αφήνω,
το Φως κ' Εσέν' ακολουθώ και στο Σταυρό σου κλίνω !

Κείνο που βλέπεις μέσα σου, δεν βλέπεις με το μάτι,
κείνο που φθάνει η καρδιά, ο νους δεν το εγγίζει.
Άφησε δρόμο τον πλατύ και πάρε μονοπάτι ....
απ' το Σωκράτη πιο πολλά ένα παιδί γνωρίζει !
Με μάτι κύτταζε αγνό νάχης το νου γεμάτο,
ωσάν παιδί περπάτησε και δεν θα πέσης κάτω.

«Πιστεύω» !  να τα φώτα μου, το Ευαγγέλιο μου
διαβάζω μ' άδολη καρδιά κ' ευρίσκω το Θεό μου.
Και πιο σκοτάδι, ποια νυχτιά αυτό δεν εξορίζει;
σαν ήλιος κάθε του ψηφί και γράμμα με φωτίζει.
Βλέπω, ακούω το Θεό σε κάθε του σελίδα,
και πιάνω με τα χέρια μου, την πιάνω την ελπίδα !
Χριστέ μου ! στα πελάγη σου δροσίζω την ψυχή μου,
και κρίνο κάνω κάτασπρο τ' αμαρτωλό κορμί μου.
Ότι κι' αν λένε, σ' αγαπώ, Χριστέ, και σε λατρεύω,
όπου κι' αν πας σ' ακολουθώ, τους λόγους σου πιστεύω.
Δεν εξετάζω από πού ο ήλιος ανατέλλει.
Ας έχω φως, κι' ας έρχεται απ' όπου και αν εθέλη.


Ψυχή δεν είμαι, που φωτιά του άδου τη γεννάει,
και με την πίστι του Χριστού κοιμούμαι πλάϊ πλάϊ.
Η φύσις χέρια μούδωσε να κάνω το σταυρό μου,
κι όχι φτερά, για ν' ανεβώ να ρίξω το Θεό μου.
Δεν έχω κύμα στη ψυχή και πάθη φλογοβόλα,
είμαι λαός εις την καρδιά, στο νου, στην πίστη, σε όλα !

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Λιομάζωμα

Η ΜΑΝΑ ΕΛΗΑ

Μια φορά κι εναν καιρό, ήταν τρεις αδερφές όρφανές από πατέρα κι από μάννα, αλλά ήταν κι οι τρεις αγαπη­μένες και μεγάλωναν στο σπίτι τους.
Όταν εμεγάλωσαν κι ήρθε η ώρα να παντρευτούνε, μπαίνει στο σπίτι τους ένα παλληκάρι ωραίο και θαμπώθηκε από την ομορφιά τους μα πιο πολύ απ' της μικρότερης.
Όταν όμως ήρθε η ώρα να τα κουβεντιάσουν, η μικρότερη σκέφτηκε ότι πρώτα πρέπει να νοικοκυρευτεί η μεγαλύτερη, για να μη την πάρουν τα χρόνια, κι έτσι αποφάσισαν να πάρει το παλληκάρι την πρώτη.
Κι εγινεν ο γάμος κι απόμειναν τώρα δυο αδερφές ανύπαντρες.
Μετά από λίγον καιρό έρχεται άλλος γαμπρός στο σπίτι και ζητάει κι αυτός τη μικρότερη. Αυτή όμως πάλι σκέφτεται τη μεγαλύτερή της και λέει ότι δεν ήρθε ακόμα η ώρα της.
Έτσι παντρεύτηκε και δεύτερη.
Κι επειδή εφρόντιζε τις άδερφές της σαν να ήταν η μάννα τους, τη φώναζαν μάννα.
Ώσπου να κυλήσει ο χρόνος άρχισαν τα γεννητούρια της πρώτης αδερφής κι ύστερα της δεύτερης κι ύστερα πάλι της πρώτης καί, καταλαβαίνετε, τώρα η τρίτη αδερφή δεν προλάβαινε να νταντεύει τ’ανήψια της.
Κι όταν παρουσιάστηκε κι ενας γαμπρός και γι’ αυτήν, δεν είχε καιρό ούτε να γυρίσει να τον κοιτάξει, γιατί ήταν χειμώ­νας και τα μωρά έβηχαν κι είχαν πυρετούς, και όλο τέ­τοια. Τό καλοκαίρι, που γίνονταν καλά στην υγεία τους τα μικρά, εγεννιούνταν καινούργια και δεν τελιώναν.
- Μα γιατί σκοτώνεσαι τόσο πολύ με τα μωρά των αδερφάδων σου; Τη ρωτούσαν καμμιά φορά οι γείτονες.
- Αν ζούσε η μάννα μας, έτσι δεν θάκανε; Απαντούσε αυτή. Το κάνω για μνημόσυνο της μάννας μας.
- Έ, σωστά λοιπόν σε φωνάζουν μάννα, της ελεγαν οι γείτονες.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια χωρίς να το καταλάβει η «μάννα», και τ’ανήψια της μεγάλωσαν κι άρχισαν να πα­ντρεύονται κι αυτά και τώρα είχε πάλι μωρά να ντα­ντεύει η μάννα, ώσπου γέρασε η καημένη και δεν είχε ιδεί ούτε τη φάτσα της στον καθρέφτη και γι’ αυτό ούτε είχε καταλάβει πως γέρασε.
Μιά φορά όμως, που στόλιζε για νύφη μιά απ' τις ανηψιές της, την ώρα που της έπλεκε τις κοτσίδες της, γύρισε και κοίταξε στον καθρέφτη κι είδε τον εαυτό της.
Τότε κατάλαβε πως είχε γεράσει και είπε:
Τότε ο Μεγαλοδύναμος την έκανε μια πραγματική ελιά έξω από το σπίτι τους και τώρα έκτος από μάννα την έλεγαν κι ελιά.
Και έχουν να λένε πως οι ελιές είναι αθάνατα δέντρα.
Γι’ αυτό η μάννα-ελιά δεν πεθαίνει ποτέ.
Τον ένα χρόνο που ανθίζουν όλα τα δέντρα και στο­λίζονται νυφούλες οι αμυγδαλιές, οι ροδιές, οι κυδωνιές, η ελιά δεν ετοιμάζει καρπό, για να ξεκουράσει τις αδερφές της και τις ανηψιές της απ’ τα λιομαζώματα.

Την άλλη χρονιά όμως κάνει όλο τον καρπό της μαζεμένον, γιατί σκέφτεται «με τί θα μαγειρεύουν, με τί θ’ανάβουν οι άδερφές της το καντήλι τους, με τί θα βαφτίζουν τα παιδιά τους, με τί θα κάνουν το Ευχέλαιο και θά βάζουν στα μωρά τους, όταν συγκαίονται το χειμώνα τα καημένα.
Γι’αυτό οι ελιές όσο γερνούνε, τόσο πιό όμορφες γίνονται.
Κων.Γανωτής. Ο βοσκός Νικάνορας. Εκδ.Παρρησία. σελ.29-31

 












Η ελιά 
Κωστής Παλαμάς
Eίμαι του ήλιου η θυγατέρα
H πιο απ’ όλες χαϊδευτή.
Xρόνια η αγάπη του πατέρα
Σ’ αυτόν τον κόσμο με κρατεί.

Όσο να πέσω νεκρωμένη,
Aυτόν το μάτι μου ζητεί.
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Δεν είμ’ ολόξανθη, μοσχάτη
Tριανταφυλλιά ή κιτριά·
Θαμπώνω της ψυχής το μάτι,
Για τ’ άλλα μάτια είμαι γριά.
Δε μ’ έχει αηδόνι ερωμένη,
M’ αγάπησε μία θεά·
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Όπου κι αν λάχω κατοικία,
Δε μ’ απολείπουν οι καρποί·
Ώς τα βαθιά μου γηρατεία
Δε βρίσκω στη δουλειά ντροπή·
Μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη
Kι είμαι γεμάτη προκοπή·
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Φρίκη, ερημιά, νερά και σκότη,
Tη γη εθάψαν μια φορά·
Πράσινη αυγή με φέρνει πρώτη
Στο Nώε η περιστερά·
Όλης της γης είχα γραμμένη
Tην εμορφιά και τη χαρά·
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Εδώ στον ίσκιο μου από κάτου
Ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
Kι ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του
Λίγο προτού να σταυρωθεί·
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
Έχει στη ρίζα μου χυθεί·
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 

Αποσπάσματα από ποιήματα του Ιωάννη Πολέμη

Ευλογημένο να ‘ναι ελιά το χώμα που σε τρέφει
κι ευλογημένος ο καρπός που πίνεις απ’ τα νέφη
κι ευλογημένος τρεις φορές Αυτός που σ’ έχει στείλει
για το λυχνάρι του φτωχού, για τ’ άγιου το καντήλι.

Πατρίδα τα λιοτρίβια σου δουλεύουν νύχτα μέρα
με του λαδιού τη μυρωδιά γεμίζουν τον αέρα.
Κι είν’ οι ελιές, Πατρίδα μου ακούραστες γριούλες
Με τον καρπό τους τρέφουνε παιδάκια και μανούλες.

Κι είν’ οι ελιές, Πατρίδα μου Δέντρα ευλογημένα
που στέκονται στον άνεμο με τα κλαδιά απλωμένα.
Γλυκόφυλλη η ελιά τον ίσκιο διπλώνει
το φουντωμένο κλήμα πού και πού
το ψηλαφούν οι χαμηλοί της κλώνοι
γερμένοι από το βάρος του καρπού.

Αντίκρυ, σκοτεινό το ερημοκλήσι,
με πόθο και μ’ αγάπη τη θεωρεί γιατί
το καντηλάκι που ‘χει σβήσει
το φως απ’ τον καρπό της λαχταρεί.



Καταπληκτικοί δάσκαλοι των καιρών μας, που φέρνουν τους μαθητές τους κοντά στη φύση.
Τους αξίζουν ολόθερμα συγχαρητήρια!.

.


Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

πίστη στον Παντοκράτορα Πλαστουργό



Κάθε πρωί όταν ξυπνώ και πριν αρχίσω τη ζωή μου
Εσένα Κύριε υμνώ, σε Σένα λέω την προσευχή μου.

Γιατί εδώ στη γη Εσύ εισαι η πηγή
αγάπης και χαράς και σ’ ώρες συμφοράς
Εσύ  εισαι η καταφυγή μου.

παλαιότερη έκδοση:
Ακρόπολίς μας ο Θεός, ο Μέγας, ο εν τοις υψίστοις.
Και σιδηρούς μας θυρεός η προς Αυτόν θερμή μας πίστις.

Αυτός ημών Σωτηρ και της ζωής δοτήρ.
Και οδηγός Αυτός, ο πλάστης του φωτός.
Ο μέγας του ηλίου Κτίστης.

Πας ο πιστεύων εις Αυτόν αόρατον φορεί ασπίδα.
Προστάτην έχει κραταιόν την πίστιν του και την ελπίδα.

Αν κλαίει δεν θρηνεί, αν πάσχει δεν πονεί,
ουδέ η ψυχρά πνοή του τάφου τον πτοεί.
Ζη άλλην προσδοκών πατρίδα..

(παλιό τραγούδι του Κατηχητικού)