Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μύθοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μύθοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Παραμύθι..

.
 .

Μη λησμονούμε όμως ότι το παραμύθι θέλει ηρεμία, θέλει χρόνο, θέλει ησυχία και γαλήνη..
Αυτή η εικόνα της γιαγιάς πλάϊ στο τζάκι τα λέει όλα.. 

Εκείνο το βίωμα του γονιού, που πέφτει να κοιμηθεί μαζί με το παιδί του ή πέφτει κοντά του για να το κοιμήσει είναι επίσης χαρακτηριστική..

Σήμερα, δυστυχώς, όλοι τρέχουμε..
Έχουμε σχέδια, στόχους, επιδιώξεις, φιλοδοξίες..
Σέρνουμε και τα παιδιά μας σε εξωσχολικές δραστηριότητες, με την ιδέα ότι έτσι θα τα ευεργετήσουμε..
Βγαίνουμε σε αγορές στις Μεγαλουπόλεις, και αυτές οι Μεγαλουπόλεις με τα Super και τις Agora (Εμπορικά Κέντρα τύπου Mall) καταβροχθίζουν ανελέητα στο χρόνο μας...

Έλεος! Πνιγόμαστε! Χανόμαστε! 
Χάνουμε τα παιδιά μας, χάνουμε την ψυχή μας, χάνουμε την Παράδοση, χάνουμε τη φαντασία και το όνειρο..

Πίσω στα Παραμύθια!  Εκεί είναι η Αλήθεια ! 
(παράδοξο κι όμως αληθινό) .

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Το παιδί κι ο σπανός μυλωνάς

ΤΕΡΑΤΟΛΟΓΗΜΑΤΑ

Μια βολά ένας πατέρας είχ' ένα παιδί. Όντας απέθαινε, του είπε

του παιδιού: 

«Πρόσεχε παιδί μου το σπανό μυλωνά, μη σε γελάσει. Ούτε στάρι στο μύλο του να μην αλέσεις και να 'χεις την ευχή μου», κι έκλεισε τα μάτια του. 

Το παιδί μεγάλωσε και, δίχως να ξέρει μια βολά, το 'ριξε η μοίρα του σ' ένα μυλωνά που 'ταν σπανός. Πάει, ξεφορτώνει το στάρι και το βάνει στο μύλο. 

Τότε βλέπει που ο μυλωνάς ήταν σπανός κι έβαλε με το νου του να προσέχει. Πίσω να κάνει, ντροπή ήταν. 

Ο μυλωνάς όταν το είδε, παιδί πράμα κι ανήξερο, του λέει:
- Να σου ειπώ, παιδί μου κάτι για το καλό σου.
- Πες μου.
- Θα κάνουμε μια δουλειά. Θα ειπούμε ο καθένας μας όσα ψέματα ξέρουμε κι άμα ειπείς εσύ τα περ'σότερα, πάρ' το αλεύρι σου και φεύγα, πληρωμή δε θέλω. Άμα ειπώ εγώ, θα μου δώκεις όλο τ' αλεύρι.
 

Συλλογίστηκε το παιδί λιγάκι -πίσω να κάνει δεν το ‘βλεπε- και είπε:
- Αρχίνα, να ιδούμε.
 

Ο μυλωνάς έκατσε σ' ένα σακί στάρι του μύλου, ξερόβηξε κι άρχισε αυτός να μολογάει, κι ο μύλος ν' αλέθει το στάρι του παιδιού:
- Όντας γεννήθηκ' ο πατέρας μου, εγώ ήμουν από τη θύρα και κοίταγα που θα τον βαφτίσουν. Ήφεραν την κολυμπήθρα και τον πατέρα μου, κι ο παπάς είπε τα ψαλτικά του. Ήρθε η ώρα να τον βαφτίσουν, γύρεψαν λάδι, πουθενά λάδι. Λέει ο παπάς -για να σκεπάσει τη ντροπή- πως το 'χει ο Θεός στον ουρανό. Ποιός να πάει στον ουρανό; Κινάω εγώ μ' ένα αγγειό στο χέρι και πάω. Βγαίνω όξω, από πού ν' ανέβω; Πουθενά, ούτε σκάλα, ούτε κλαρί. Πάω παρέκει, γλέπω μια κολοκυθιά που πήγαινε τ' αψήλου. Αφήνω τ' αγγειό στο σκιάδι, στη σκια, εκεί στη ρίζα, κι αδράχνω ένα φύλλο, κι άλλο, φύλλο το φύλλο, ανεβαίνω, που λες,  στον ουρανό. Πάω στο Θεό. Εκεί είχαν στ’αλήθεια λάδι. Μα πού να το βάλω; Είχ' αστοχήσει το αγγειό κάτω στη γης. Ροβολάω στο άψε σβήσε πίσω, να το πάρω. Αποζητάω την κολοκυθιά, πάει. Την έχει φάει το γομάρι. Τι να κάμω, που απόμεινα στα ουράνια; Τήραξα απ' εδώ, τήραξα απ' εκεί, κάνω έτσι, βγάνω ένα ράμμα απ’ το πλεχτό μου και το αμολάω, να κρεμαστώ. Το ρίχνω κάτω. Μονό, δεν έφτανε. Διπλό, περίσσευε. Κάνω δυο οργιές τον κατήφορο, γλέπω κάτω, πάει τ' αγγειό! μου το είχαν πάρει. Στέκομαι πάλι ανάμεσα γης και ουρανό και συλλογιέμαι: αν κατεβώ, πώς θα ματανεβώ; Εκεί που καθόμουνα στη μέση στον αγέρα, κάνω έτσι στο λαιμό μου και πιάνω μια ψείρα. Α! εδώ σ' έχω! είπα. Την πιάνω, την τσακίζω, τη φουσκώνω, της βγάνω το τομάρι, και μια σκαρφαλώνω στην τριχιά και φτάνω στο Θεό. Γιομίζω το τομάρι λάδι και το φέρνω για το βαφτίσι, και με χίλια στανιά και ζόρια βάφτισαν τον πατέρα μου. Εγώ έκατσα πάλι πίσω από την πόρτα. Το είδα και σου τ’ ομολογάω».
Μίλαγε ολοένα ο μυλωνάς και το παιδί τον κοίταζε με τα έξυπνα μάτια του και σώπαινε. 


Ύστερα αρχίνησε το παιδί, με τρόπο φυσικό, εκφραστικό, συναρπαστικό:
- Όντας απέθανεν ο διάολος σ' έναν τόπο μακρινό, σαν την Κίνα να πούμε...
- Ο διάολος δεν πεθαίνει, είναι αερικό, τον αντίκοψε ο μυλωνάς.
- Παρακολούθα με βήμα-βήμα και μη με διακόπτεις, αλήθεια λέω. Φύτρωσε, που λες, ένα μεγάλο κραμπολάχανο, τόσο μεγάλο, που δεν το χώραγε καμιά τέντζερη να το βράσουν. Μαζεύτηκαν οι γύφτοι και οι χαλκιάδες του κόσμου, δεν μπόρεσαν να φκιάσουν τέτοιο καζάνι.
- Ούτε Γιαννιώτες μωρέ;
- Όχι σου λέω. Ήταν από δα σα πέρα. Μπρε, λέω, δεν πάω κι εγώ να ιδώ, να δοκιμάσω το τυχερό μου; Αν μου το πάρει το μάτι, καλά, κι α' δε, τι έχω να χάσω; Πιάνω, που λες, τον πέτο μου, τον καλοπετεινό μου, τον καβαλικεύω και τραβάω για την Κίνα.
- Πετώντας;
- Όχι, καλπάζοντας. Κι άκου να δεις. Μισοδρομίς ο πέτος αρχίνησε να γουργουρίζει πονεμένα και να κουτσαίνει. Μωρέ, τι έχει ο πέτος; λέω μέσα μου.
- Θα πάτησε καμιά πρόκα.
- Στάκα να δεις. Ξεπεζεύω λοιπόν, και τι να ιδώ! Μια τόση δα πληγή στη ράχη του. Κοιτάω γύρω να βρω βάλσαμο, να τη γιάνω. Κάνω έτσι, βλέπω μια καρυδιά μεγάλη και γιομάτη με καρύδια. Μιλιούνια ανθρώποι από κάτω ρίχνανε άλλος λιθάρια κι άλλος χώματα κι ό,τι μπόρεγε ο καθένας, για να γκρεμίσουν τα καρύδια, να τα φάνε.
- Με τις πέτρες ρίχνουν τα καρύδια, όχι με τα χώματα. Άμυαλοι ήταν οι μισοί.
- Τί να σου πω; Εγώ τη δουλειά μου έβλεπα. Κόβω ένα φύλλο της καρυδιάς, το βάνω στην πληγή. Καταλάγιασε ψίχα ο πέτος απ’τον πόνο και κίνησε πάλε. Πού να στα λέω τώρα όλα.
- Λέγε, να μου τα πεις, δε βιάζομαι καθόλου. Τί έγινε μετά;
- Έφτασα κάποια ώρα στην Κίνα, και θέλησε ο διάολος και μου 'δωκε ένα χέρι και το 'φκιασα το καζάνι. Έβρασε για καλά το κραμπολάχανο, έφαγα εγώ, έδωκα και του πέτου μου, έδωκα και στον κόσμο να χορτάσει, κι ύστερα έκανα να γυρίσω πίσω.
- Βραβείο δε σου δώκανε;
- Περίμενε. Περνάω που λες από τον ίδιο δρόμο, κι όντας ζύγωνα στην καρυδιά, τί να ιδώ;
- Είχανε φάει όλα τα καρύδια;
- Μη βιάζεσαι. Άλλο έγινε. Ζευγάρια και καματερά κι αλέτρια αμέτρητα κι άνθρωποι πολλοί πάνω στην καρυδιά, χαλασμός κόσμου! Άλλοι όργωναν, άλλοι έσπερναν, άλλοι αλώνιζαν κι άλλοι λίχνιζαν. Θαύμαζα κι εγώ!.
- Τι είχε γίνει;
- Πού να μου πάει ο νους εμένα! Πέρασε κάμποση ώρα και τότες θυμήθηκα. Τα χώματα και τα λιθάρια, που ρίχνανε για να γκρεμίσουν τα καρύδια, όντας διάβαινα, -ου! λέω κι εγώ. μωρέ, για ιδές!-  από εκείνα τα χώματα νά! γίνηκαν χωράφια και να! τα σπέρνουν τώρα και τ' αλωνίζουν απάνω στα φύλλα της καρυδιάς! Τι είναι τούτος ο κόσμος, Θέ μου!
- Μα καλά έσπερναν και θέριζαν συνάμα;
- Όπως στο λέω. Μα κοίτα να δεις πιο κάτω τί μου συνέβη. Κίνησα πάλε και στο δρόμο δίψασα. Γλέπω μια γούρνα και πάω κοντά. Κάνω να πιω, δεν έφτανα. Δεν είχα και καν’αγγειό κοντά μου. Είδα κι απόειδα, βγάνω το καύκαλο του κεφαλιού μου και πίνω.
- Ξεδίψασες;
- Ου, να δεις, κεφαλάρι ήτανε μεσ’τον κάμπο. Καβαλικεύω, που λες, πάλε τον πέτο μου και δρόμο πάλε. Έτρεχε ο πέτος, κι απ’το τρεχιό ίδρωσα. Μ' έφαε το κεφάλι μου. Κάνω να ξυστώ και μπλουμ! μέσα στο μυαλό τα δάχτυλά μου.
- Έπαθες ζημιά; Χάθηκε το θυμητικό σου;
- Κάθε άλλο. Τότε ζωήρεψε το μυαλό μου και θυμήθηκα πού τ' άφηκα το καύκαλο. Γυρνάω, που λες πίσω με αγωνία, και γλέπω μια αλ’πού, που 'φευγε σα πέρα με το καύκαλο στο στόμα. Τι να κάμω κι εγώ, είπα να φύγω να προλάβω στο μύλο τ’ αλεσμένο στάρι, γιατί πέρασε η ώρα και θα ‘ταν έτοιμο πια, κι ύστερα να πάω για την αλ’πού.
- Και πού θα τη βρεις όμως τώρα; του λέει ο μυλωνάς.
- Δώσε μου εσύ τ' αλεύρι, και τη βρίσκω εγώ. Πιο πονηρή από σενα δεν είναι. Μια και μπόρεσα να σε γελάσω εσένα, εκείνην την έχω πια στο χέρι.  



Το κατάλαβε ο μυλωνάς, πως βρήκε το μάστορά του, και γελάστηκε κι έχαψε τα ψέματα του μικρού, κι έτσι αναγκάστηκε να του παραδώσει το αλεύρι, που στο μεταξύ ήταν έτοιμο. Κι έχασε και τ’αλεστικά...


Γιάννα Σέργη. Λαϊκά παραμύθια της Ηπείρου.
Εκδ. «Εν πλω». Αθήνα 2008  σελ.57-60 (ελαφρά διασκευή)


Το νόημα του παραμυθιού:
Η ελληνική ψυχή είναι απ’τη φύση της ακμαία και πνευματώδης. Το ελληνικό πνεύμα είναι σπινθηροβόλο. Ακόμη και σε επαρχιακές περιοχές οι αγρότες δεν εννοούν να περνά η ζωή μονότονα, αλλά αγαπούν το «ξάφνιασμα», την επινοητικότητα, το χιούμορ, μια ιδιάζουσα άμιλλα, πάνω στο ποιός θα υπερκεράσει την οξύνεια και ευστροφία του άλλου.
Ο «διαγωνισμός ψέματος» του αφηγήματος, ενώ εμπερικλείει «στοίχημα» και «συμφωνημένη» εξαπάτηση και εκμετάλλευση του άλλου, συνάμα διασώζει στο βάθος του και αθωότητα και τιμιότητα, αφού στο τέλος αδιαμαρτύρητα ζημιώνεται ο νικημένος.
Η επιτυχία στην αναμέτρηση ευρίσκετο στο να κατορθώσει ο αφηγούμενος την ψεύτικη ιστορία να σαγηνεύσει τόσο πολύ τον συνομιλητή του, ώστε αυτός απορροφημένος και συνεπαρμένος από την πλοκή, να παρέμβει αυθορμήτως και να διατυπώνει κρίσεις ή απορίες πάνω στα γεγονότα, σαν να ήταν αυτά αληθινά. Αυτό σημαίνει ότι ο νους του έχασε προς στιγμήν την εγρήγορση και στιλπνότητά του και πίστεψε την ψεύτικη ιστορία ως αληθινή. Αυτό έπαθε ο μυλωνάς. 

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

το Παιδί της θείας Αγάπης






Ο ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ

του Όσκαρ Γουαϊλντ
Κάθε απόγευμα, γυρίζοντας απ’ το Σχολείο, τα παιδιά πήγαιναν να παίξουν στον κήπο του γίγαντα. Απουσίαζε ο ίδιος για πολύ καιρό, κι έτσι ένιωθαν ελεύθερα να τρυπώσουν μέσα στην πανέμορφη αυλή του.
Ήταν ένας μεγάλος, πανέμορφος κήπος με απαλό πράσινο γρασίδι. Εδώ κι εκεί στο χορτάρι ξεπρόβαλαν ωραία λουλούδια, σαν αστέρια, υπήρχαν δώδεκα ροδακινιές, γεμάτες ρόδινα μαργαριταρένια ανθάκια, που το φθινόπωρο βάραιναν από τους πλούσιους καρπούς. Τα πουλιά κάθονταν στα δέντρα και τραγουδούσαν τόσο γλυκά, που τα παιδιά σταματούσαν τα παιχνίδια τους, για να τ’ ακούσουν.
«Τι ευτυχισμένα που είμαστε εδώ!» φώναζαν το ένα στ’ άλλο.
Μια μέρα, ο γίγαντας γύρισε. Είχε πάει να επισκεφτεί το φίλο του, το δράκο της Κορνουάλλης, είχε μείνει μαζί του εφτά χρόνια. Όταν τέλειωσαν τα εφτά χρόνια, είχε πει όλα όσα ήθελε να πει, μια και τα ενδιαφέροντα του ήταν περιορισμένα, και αποφάσισε να γυρίσει στο κάστρο του.
Όταν έφτασε, είδε τα παιδιά να παίζουν στον κήπο.
«Τι κάνετε εδώ;» φώναξε με πολύ άγρια φωνή, και τα παιδιά έφυγαν τρέχοντας.
«Ο κήπος μου είναι δικός μου» είπε ο γίγαντας. «Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβει κανείς αυτό. Και δε θα επιτρέψω να παίζει κανείς εδώ μέσα, εκτός από μένα». Έχτισε λοιπόν μια ψηλή μάντρα ολόγυρα κι έστησε μια ταμπέλα. ΟΙ ΠΑΡΑΒΑΤΕΣ ΘΑ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ.
Ήταν ένας γίγαντας πολύ εγωϊστής.
Τα καημένα τα παιδιά τώρα δεν είχαν πουθενά να παίξουν. Προσπάθησαν να παίξουν στο δρόμο, αλλά ο δρόμος ήταν γεμάτος σκόνη και κοφτερές πέτρες, και δεν τους άρεσε. Περιτριγύριζαν την ψηλή μάντρα, όταν τέλειωναν τα μαθήματα τους, και μιλούσαν για τον όμορφο κήπο πίσω της.
«Τί ευτυχισμένα που ήμασταν εκεί!» έλεγαν το ένα στ’ άλλο.
Ύστερα ήρθε η άνοιξη, κι ολόκληρη η χώρα γέμισε μπουμπούκια και μικρά πουλιά. Μόνο στον κήπο του εγωιστή γίγαντα ήταν ακόμη χειμώνας. Τα πουλιά δεν είχαν όρεξη να τραγουδήσουν εκεί μέσα, γιατί δεν υπήρχαν καθόλου παιδιά, και τα δέντρα ξέχασαν να βγάλουν μπουμπούκια. Μια μέρα, ένα όμορφο λουλούδι πρόβαλε το κεφάλι του απ’ το χορτάρι, μα μόλις είδε την ταμπέλα, λυπήθηκε τόσο πολύ για τα παιδιά, που τρύπωσε πάλι στο χώμα κι αποκοιμήθηκε.
Οι μόνοι που χάρηκαν, ήταν το χιόνι κι η παγωνιά. «Η άνοιξη τον ξέχασε αυτό τον κήπο» αναφώνησαν, «θα ζήσουμε λοιπόν εδώ όλο το χρόνο». Το χιόνι σκέπασε το χορτάρι με το φαρδύ λευκό μανδύα του, και η παγωνιά έβαψε όλα τα δέντρα ασημένια. Έπειτα κάλεσαν το βοριά να μείνει μαζί τους, κι εκείνος ήρθε. Ήταν τυλιγμένος με γούνες, κι όλη τη μέρα βρυχιόταν στον κήπο και γκρέμιζε τις καμινάδες. «Θαυμάσιο μέρος» είπε «πρέπει να καλέσουμε και το χαλάζι». Ήρθε, λοιπόν, και το χαλάζι. Τρεις ώρες κάθε μέρα σφυροκοπούσε τη στέγη του κάστρου, κι έσπασε τις περισσότερες πλάκες, κι ύστερα έτρεχε γύρω-γύρω στον κήπο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήταν ντυμένο στα γκρίζα, κι η ανάσα του ήταν
πάγος. «Δεν καταλαβαίνω γιατί καθυστερεί τόσο πολύ η άνοιξη» έλεγε ο εγωιστής γίγαντας, καθισμένος στο παράθυρο και κοιτάζοντας τον παγωμένο κατάλευκο κήπο του, «ελπίζω ν’ αλλάξει ο καιρός».
Η άνοιξη όμως δεν ήρθε ποτέ, ούτε το καλοκαίρι. Το φθινόπωρο έφερε χρυσούς καρπούς σ’ όλους τους κήπους, αλλά στον κήπο του γίγαντα δεν έδωσε κανέναν. «Είναι υπερβολικά εγωιστής» είπε.
Κι έτσι, βασίλευε πάντα ο χειμώνας, κι ο βοριάς και το χαλάζι κι η παγωνιά και το χιόνι χόρευαν ανάμεσα στα δέντρα.
Ένα πρωί, ο γίγαντας ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, όταν άκουσε μια πολύ όμορφη μουσική. Ηχούσε τόσο γλυκιά στ’ αυτιά του, που νόμιζε ότι περνούσαν από κει κάποιοι βιρτουόζοι μουσικοί του βασιλιά. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν παρά μια μικρή καρδερίνα, που τραγουδούσε έξω απ’ το παράθυρο του, αλλά είχε τόσο καιρό ν’ ακούσει πουλί να κελαηδάει στον κήπο του, που του φάνηκε η πιο όμορφη μουσική στον κόσμο.
Έπειτα το χαλάζι σταμάτησε να χορεύει πάνω από το κεφάλι του, ο βοριάς έπαψε να βρυχιέται, κι ένα εξαίσιο άρωμα έφτασε από τ’ ανοιχτό τζάμι.
«Μου φαίνεται πως ήρθε επιτέλους η άνοιξη» είπε ο γίγαντας και πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι και κοίταξε έξω. Τι είδε; Είδε ένα υπέροχο θέαμα. Από ένα μικρό άνοιγμα στη μάντρα τα παιδιά είχαν τρυπώσει στον κήπο κι ήταν σκαρφαλωμένα στα κλαδιά των δέντρων. Σε κάθε δέντρο που έβλεπε ήταν κι ένα παιδάκι. Και τα δέντρα χαίρονταν τόσο πολύ που ξανάβλεπαν τα παιδιά, που είχαν σκεπαστεί με μπουμπούκια και ανέμιζαν απαλά τα μπράτσα τους πάνω από τα κεφάλια των παιδιών. Τα πουλιά πετούσαν ολόγυρα τιτιβίζοντας ξετρελαμένα, και τα λουλούδια σήκωναν το κεφάλι τους απ’ το πράσινο χορτάρι και γελούσαν.
Ήταν μια πανέμορφη σκηνή, και μόνο σε μια γωνιά ήταν ακόμη χειμώνας. Ήταν η πιο μακρινή γωνιά του κήπου, κι εκεί στεκόταν ένα αγοράκι. Ήταν τόσο μικροκαμωμένο, που δεν μπορούσε να φτάσει τα κλαδιά του δέντρου κι έκανε κύκλους γύρω του κλαίγοντας πικραμένο. Το καημένο το δέντρο ήταν ακόμη σκεπασμένο με χιόνι και πάγο, κι ο βοριάς φύσαγε και βρυχιόταν από πάνω του. «Ανέβα, αγοράκι!» έλεγε το δέντρο, και λύγιζε τα κλαδιά του όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Αλλά το αγόρι ήταν υπερβολικά μικροκαμωμένο.
Κι η καρδιά του γίγαντα έλιωσε καθώς κοίταξε έξω. «Τι εγωιστής που ήμουν!» είπε. «Τώρα καταλαβαίνω, γιατί δεν ερχόταν εδώ η άνοιξη. Θ’ ανεβάσω εκείνο το αγοράκι στο δέντρο κι έπειτα θα γκρεμίσω τη μάντρα, κι ο κήπος μου θα μείνει για πάντα παιχνιδότοπος για τα παιδιά».
Μετάνιωνε στ’ αλήθεια πολύ γι’ αυτό που είχε κάνει. Κατέβηκε λοιπόν τη σκάλα, άνοιξε αθόρυβα την εξώπορτα και βγήκε στον κήπο. Μα μόλις τον είδαν τα παιδιά, τρόμαξαν όλα τόσο πολύ, που το ’βαλαν στα πόδια, και στον κήπο ξανάγινε χειμώνας. Μόνο το αγοράκι δεν έτρεξε να φύγει, γιατί το τύφλωναν τα δάκρυα, και δεν είδε το γίγαντα να έρχεται. Κι ο γίγαντας το πλησίασε στα κλεφτά από πίσω, το πήρε απαλά στο γιγάντιο χέρι του και το απόθεσε πάνω στο δέντρο.
Και το δέντρο αμέσως μπουμπούκιασε, και τα πουλιά ήρθαν και τραγούδησαν πάνω στα κλαδιά του, και το αγοράκι άπλωσε τα δυο του χέρια, τα τύλιξε γύρω απ’ το λαιμό του γίγαντα και τον φίλησε.
Τ’ άλλα παιδιά, όταν είδαν ότι ο γίγαντας δεν ήταν πια κακός, γύρισαν τρέχοντας πίσω και μαζί τους ήρθε κι η άνοιξη.
«Είναι δικός σας ο κήπος τώρα, παιδάκια» είπε ο γίγαντας, και πήρε ένα μεγάλο τσεκούρι και γκρέμισε τη μάντρα.
Και την ώρα που οι άνθρωποι πήγαιναν για ψώνια, στις δώδεκα, βρήκαν το γίγαντα να παίζει με τα παιδάκια στον πιο όμορφο κήπο που είχαν δει ποτέ. Όλη μέρα έπαιζαν, και το απόγευμα πήγαν στο γίγαντα να τον αποχαιρετήσουν. «Μα πού είναι ο μικρός σας σύντροφος;» είπε «εκείνο το μικρό αγόρι που το έβαλα πάνω στο δέντρο». Ο γίγαντας το αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα, γιατί τον είχε φιλήσει. «Δεν ξέρουμε» απάντησαν τα παιδιά «μάλλον έφυγε». «Πρέπει να του πείτε να έρθει οπωσδήποτε αύριο» είπε ο γίγαντας. Αλλά τα παιδιά του απάντησαν ότι δεν ήξεραν πού έμενε, δεν το είχαν ξαναδεί ποτέ πριν, και τότε ο γίγαντας ένιωσε μεγάλη θλίψη.
Κάθε απόγευμα, όταν τέλειωνε το σχολείο, τα παιδιά έρχονταν κι έπαιζαν με το γίγαντα. Μα το αγοράκι, που αγαπούσε ο γίγαντας, δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Ο γίγαντας ήταν πολύ καλός με όλα τα παιδιά, ωστόσο λαχταρούσε να δει τον πρώτο μικρό του φίλο και μιλούσε συχνά γι’ αυτόν. «Πόσο θα ’θελα να τον δω!» έλεγε κάθε τόσο.
Πέρασαν χρόνια, κι ο γίγαντας γέρασε κι έχασε τις δυνάμεις του. Δεν μπορούσε πια να παίζει με τους μικρούς φίλους του. Καθόταν λοιπόν σε μια πελώρια πολυθρόνα και κοιτούσε τα παιδιά και θαύμαζε τον κήπο του. «Έχω πολλά όμορφα λουλούδια» έλεγε «μα τα παιδιά, με την αθώα καλοσύνη τους είναι τα πιο όμορφα απ’ όλα τα λουλούδια».
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, καθώς ντυνόταν, κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο του. Δε μισούσε πια το χειμώνα, γιατί ήξερε ότι ήταν απλώς η άνοιξη κοιμισμένη, κι έπρεπε τα λουλούδια να ξεκουρασθούν.
Ξαφνικά, έτριψε με απορία τα μάτια του και κοιτούσε και δε χόρταινε. Ήταν στ’ αλήθεια ένα υπέροχο θέαμα. Στην πιο μακρινή γωνιά του κήπου έβλεπε ένα δέντρο σκεπασμένο ολόκληρο με όμορφα άσπρα μπουμπούκια. Τα κλαδιά του ήταν χρυσά, και ασημένιοι καρποί κρέμονταν απ’ αυτά, και στη ρίζα του στεκόταν το αγοράκι που είχε αγαπήσει!
Γεμάτος χαρά κατέβηκε τρέχοντας ο γίγαντας και βγήκε στον κήπο. Διέσχισε βιαστικά την πρασιά και πλησίασε το παιδί. Κι όταν το έφτασε, το πρόσωπο του κοκκίνισε από την οργή και είπε «Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» Γιατί στις παλάμες των χεριών του παιδιού υπήρχαν τα σημάδια από δυο καρφιά, και σημάδια από δυο καρφιά είχαν και τα ποδαράκια του. «Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» φώναξε ο γίγαντας «πες μου, για να πάρω το μεγάλο σπαθί μου και να τον σκοτώσω»!
 «Όχι!» απάντησε το παιδί «γιατί αυτές είναι οι πληγές της αγάπης». «Ποιός είσαι;» ρώτησε ο γίγαντας, και τον πλημμύρισε ένα αλλόκοτο δέος και γονάτισε μπροστά στο παιδάκι.
Και το παιδάκι χαμογέλασε στο γίγαντα και του είπε: «Με άφησες κάποτε να παίξω στον κήπο σου, και μαλάκωσες την καρδιά σου, δέχθηκες την αγάπη μου μέσα σου. Απόψε σε προσκαλώ να ρθεις μαζί μου στο δικό μου κήπο. Στον ολάνθιστο Παράδεισο του Ουρανού».
Κι όταν τα παιδάκια έτρεξαν στον κήπο εκείνο το απόγευμα, βρήκαν το γίγαντα πεσμένο κάτω απ’ το δέντρο και σκεπασμένον ολόκληρο με κατάλευκα μπουμπούκια..

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Στάρι-Κλήμα-Εληά



Το σιτάρι, το κλήμα, η ελιά.

Κάποτε όλα τα φυτά της γης συνεδρία­σαν, για να βρούνε σε ποιά φυτά πρέ­πει να δώσουν βραβεία αρετής και τε­λειότητας.
 
Παρουσιάστηκαν λοιπόν πολλά φυτά, που εκθέτανε τις αρετές τους, τις χρησιμότητες και τις θυσίες τους.
Επειδή όμως ως φυτά, που ήταν, δεν μπορούσαν να βγάλουν άκρη μοναχά τους, εζήτησαν απ’ τούς ανθρώπους να τα συμ­βουλέψουν.

Οι άνθρωποι, όπως ήξεραν απ’ τ’ανθρώπινα, τους είπαν πως οι αρετές πάνε μαζί με τα βάσανα και την κα­κοπέραση. Γι’ αυτό πρότειναν για βράβευση το σιτάρι, το κλήμα και την ελιά.

Τό σιτάρι, είπαν, φυτρώνει μέσα στο χειμώνα και τραβάει τα βάσανά του κάτω απ’ το χιόνι, που σκεπάζει τους κάμπους. Ύστερα το θερίζουν με τα δρεπάνια, το πατούν στ’ αλώνισμα, το αλέθουν με τις μυ­λόπετρες και το αλεύρι το δέρνουν στη σκάφη, για να ζυ­μωθεί. Ύστερα, το ψήνουν στο φούρνο, κι’ όταν ψηθεί κό­βουν το καρβέλι με το μαχαίρι και μπουκιά-μπουκιά τό αλέθουν πάλι με τα δόντια τους. Γι’ αυτό αξίζει το πρώτο βραβείο αρετής.

Ύστερα το κλήμα, το πετσοκόβουν πρώτα στο κλά­δεμα και τον καρπό του, το σταφύλι, τον πατούν με τα πόδια τους και τον ξεζουμίζουν. Μετά τον πίνουν οι άνθρωποι και κάνουν κέφι. Κι όταν κάνουν υστέρα πάνω στο μεθύσι κανένα κακό, το κρασάκι φορτώνεται τις ευθύνες. Φταίει το κρασί, λένε, για να δικαιολογήσουν τον μεθυσμένο.

Και την ελιά την κακομοίρα τη δέρνουν μες στο κατα­χείμωνο, για να της πάρουν τον καρπό. Κι ύστερα τον πατανε τον καρπό στα λιοτρίβια, για να του βγάλουν το λάδι. Και το λάδι της το μαγειρεύουν και το καίνε στα λυχνάρια και στα καντήλια.



Έτσι τα φυτά παραδέχτηκαν τη γνώμη των ανθρώπων κι έδωσαν τα βραβεία αρετής και τελειότητας στο σι­τάρι, στο κλήμα και στην ελιά. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι πήραν τα βραβευμένα φυτά και τα καλλιέργησαν με πε­ρισσότερο ζήλο, κι ετσι έχουν την απαραίτητη τροφή, για να τρώνε αλλά και για να φέρνουν το Θεό κάτω στη γη και να παρηγοριούνται.
Κων.Γανωτής. Ο βοσκός Νικάνορας. Εκδ.Παρρησία. σελ.105 

Λιομάζωμα

Η ΜΑΝΑ ΕΛΗΑ

Μια φορά κι εναν καιρό, ήταν τρεις αδερφές όρφανές από πατέρα κι από μάννα, αλλά ήταν κι οι τρεις αγαπη­μένες και μεγάλωναν στο σπίτι τους.
Όταν εμεγάλωσαν κι ήρθε η ώρα να παντρευτούνε, μπαίνει στο σπίτι τους ένα παλληκάρι ωραίο και θαμπώθηκε από την ομορφιά τους μα πιο πολύ απ' της μικρότερης.
Όταν όμως ήρθε η ώρα να τα κουβεντιάσουν, η μικρότερη σκέφτηκε ότι πρώτα πρέπει να νοικοκυρευτεί η μεγαλύτερη, για να μη την πάρουν τα χρόνια, κι έτσι αποφάσισαν να πάρει το παλληκάρι την πρώτη.
Κι εγινεν ο γάμος κι απόμειναν τώρα δυο αδερφές ανύπαντρες.
Μετά από λίγον καιρό έρχεται άλλος γαμπρός στο σπίτι και ζητάει κι αυτός τη μικρότερη. Αυτή όμως πάλι σκέφτεται τη μεγαλύτερή της και λέει ότι δεν ήρθε ακόμα η ώρα της.
Έτσι παντρεύτηκε και δεύτερη.
Κι επειδή εφρόντιζε τις άδερφές της σαν να ήταν η μάννα τους, τη φώναζαν μάννα.
Ώσπου να κυλήσει ο χρόνος άρχισαν τα γεννητούρια της πρώτης αδερφής κι ύστερα της δεύτερης κι ύστερα πάλι της πρώτης καί, καταλαβαίνετε, τώρα η τρίτη αδερφή δεν προλάβαινε να νταντεύει τ’ανήψια της.
Κι όταν παρουσιάστηκε κι ενας γαμπρός και γι’ αυτήν, δεν είχε καιρό ούτε να γυρίσει να τον κοιτάξει, γιατί ήταν χειμώ­νας και τα μωρά έβηχαν κι είχαν πυρετούς, και όλο τέ­τοια. Τό καλοκαίρι, που γίνονταν καλά στην υγεία τους τα μικρά, εγεννιούνταν καινούργια και δεν τελιώναν.
- Μα γιατί σκοτώνεσαι τόσο πολύ με τα μωρά των αδερφάδων σου; Τη ρωτούσαν καμμιά φορά οι γείτονες.
- Αν ζούσε η μάννα μας, έτσι δεν θάκανε; Απαντούσε αυτή. Το κάνω για μνημόσυνο της μάννας μας.
- Έ, σωστά λοιπόν σε φωνάζουν μάννα, της ελεγαν οι γείτονες.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια χωρίς να το καταλάβει η «μάννα», και τ’ανήψια της μεγάλωσαν κι άρχισαν να πα­ντρεύονται κι αυτά και τώρα είχε πάλι μωρά να ντα­ντεύει η μάννα, ώσπου γέρασε η καημένη και δεν είχε ιδεί ούτε τη φάτσα της στον καθρέφτη και γι’ αυτό ούτε είχε καταλάβει πως γέρασε.
Μιά φορά όμως, που στόλιζε για νύφη μιά απ' τις ανηψιές της, την ώρα που της έπλεκε τις κοτσίδες της, γύρισε και κοίταξε στον καθρέφτη κι είδε τον εαυτό της.
Τότε κατάλαβε πως είχε γεράσει και είπε:
Τότε ο Μεγαλοδύναμος την έκανε μια πραγματική ελιά έξω από το σπίτι τους και τώρα έκτος από μάννα την έλεγαν κι ελιά.
Και έχουν να λένε πως οι ελιές είναι αθάνατα δέντρα.
Γι’ αυτό η μάννα-ελιά δεν πεθαίνει ποτέ.
Τον ένα χρόνο που ανθίζουν όλα τα δέντρα και στο­λίζονται νυφούλες οι αμυγδαλιές, οι ροδιές, οι κυδωνιές, η ελιά δεν ετοιμάζει καρπό, για να ξεκουράσει τις αδερφές της και τις ανηψιές της απ’ τα λιομαζώματα.

Την άλλη χρονιά όμως κάνει όλο τον καρπό της μαζεμένον, γιατί σκέφτεται «με τί θα μαγειρεύουν, με τί θ’ανάβουν οι άδερφές της το καντήλι τους, με τί θα βαφτίζουν τα παιδιά τους, με τί θα κάνουν το Ευχέλαιο και θά βάζουν στα μωρά τους, όταν συγκαίονται το χειμώνα τα καημένα.
Γι’αυτό οι ελιές όσο γερνούνε, τόσο πιό όμορφες γίνονται.
Κων.Γανωτής. Ο βοσκός Νικάνορας. Εκδ.Παρρησία. σελ.29-31

 












Η ελιά 
Κωστής Παλαμάς
Eίμαι του ήλιου η θυγατέρα
H πιο απ’ όλες χαϊδευτή.
Xρόνια η αγάπη του πατέρα
Σ’ αυτόν τον κόσμο με κρατεί.

Όσο να πέσω νεκρωμένη,
Aυτόν το μάτι μου ζητεί.
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Δεν είμ’ ολόξανθη, μοσχάτη
Tριανταφυλλιά ή κιτριά·
Θαμπώνω της ψυχής το μάτι,
Για τ’ άλλα μάτια είμαι γριά.
Δε μ’ έχει αηδόνι ερωμένη,
M’ αγάπησε μία θεά·
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Όπου κι αν λάχω κατοικία,
Δε μ’ απολείπουν οι καρποί·
Ώς τα βαθιά μου γηρατεία
Δε βρίσκω στη δουλειά ντροπή·
Μ’ έχει ο Θεός ευλογημένη
Kι είμαι γεμάτη προκοπή·
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Φρίκη, ερημιά, νερά και σκότη,
Tη γη εθάψαν μια φορά·
Πράσινη αυγή με φέρνει πρώτη
Στο Nώε η περιστερά·
Όλης της γης είχα γραμμένη
Tην εμορφιά και τη χαρά·
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.

Εδώ στον ίσκιο μου από κάτου
Ήρθ’ ο Χριστός ν’ αναπαυθεί,
Kι ακούστηκε η γλυκιά λαλιά του
Λίγο προτού να σταυρωθεί·
Το δάκρυ του, δροσιά αγιασμένη,
Έχει στη ρίζα μου χυθεί·
Eίμ’ η ελιά η τιμημένη.
 

Αποσπάσματα από ποιήματα του Ιωάννη Πολέμη

Ευλογημένο να ‘ναι ελιά το χώμα που σε τρέφει
κι ευλογημένος ο καρπός που πίνεις απ’ τα νέφη
κι ευλογημένος τρεις φορές Αυτός που σ’ έχει στείλει
για το λυχνάρι του φτωχού, για τ’ άγιου το καντήλι.

Πατρίδα τα λιοτρίβια σου δουλεύουν νύχτα μέρα
με του λαδιού τη μυρωδιά γεμίζουν τον αέρα.
Κι είν’ οι ελιές, Πατρίδα μου ακούραστες γριούλες
Με τον καρπό τους τρέφουνε παιδάκια και μανούλες.

Κι είν’ οι ελιές, Πατρίδα μου Δέντρα ευλογημένα
που στέκονται στον άνεμο με τα κλαδιά απλωμένα.
Γλυκόφυλλη η ελιά τον ίσκιο διπλώνει
το φουντωμένο κλήμα πού και πού
το ψηλαφούν οι χαμηλοί της κλώνοι
γερμένοι από το βάρος του καρπού.

Αντίκρυ, σκοτεινό το ερημοκλήσι,
με πόθο και μ’ αγάπη τη θεωρεί γιατί
το καντηλάκι που ‘χει σβήσει
το φως απ’ τον καρπό της λαχταρεί.



Καταπληκτικοί δάσκαλοι των καιρών μας, που φέρνουν τους μαθητές τους κοντά στη φύση.
Τους αξίζουν ολόθερμα συγχαρητήρια!.

.